Archive for August, 2008

09
Aug
08

Εκείνος

Τον γνώρισα Ιούλιο μέσω ενός φόρουμ και σύντομα έγινε το μικρό μου παιγνίδι, μιας και ήταν μικρότερεος, τρυφερός και ντροπαλός. Μέσα σε λίγους μήνες και χωρίς καλά καλά να το καταλάβω, το παιγνίδι μεταμορφώθηκε σε φλερτ, το φλέρτ σε έρωτα κι αυτός μας οδήγησε στο να γίνουμε ζευγάρι. Τη χρονιά εκείνη μια σχέση ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελα αφού το πρόγραμμα μου ήταν τόσο γεμάτο που δεν προλάβαινα ούτε να κοιμηθώ, όχι να σκεφτώ και να ονειρευτώ έναν έρωτα.

Προετοιμαζόμουν για πολλά πράγματα τότε. Για 3 πανεπιστήμια, αντίστοιχες εξετάσεις, καυλωμένες μουσικές σπουδές, να αφήσω το σπίτι μου μέσα σε λίγους μήνες και να φύγω για σπουδές μακριά.

Εκείνος έγινε σταδιακά η χαρά μου, ο άνθρωπός μου, ο έρωτάς μου. Ήταν δίπλα μου σε όλα, μου έδινε κουράγιο, με εμψύχωνε και έδειχνε να νοιάζεται για τα μικρά και τα μεγάλα, τα βάσανα,  τα άγχη, τις στεναχώριες μου, κι εγώ μέρα με τη μέρα προσκολούμουν επάνω του και τον ερωτευόμουν όλο και περισσότερο. Στα μάτια μου η κάθε του κίνηση ήταν ζωγραφιά, η κάθε του λέξη ένα κόσμημα, ήταν ένα τέλειο πλάσμα που ανάμεσα σε όλες τις άλλες κοπέλες είχε ξεχωρίσει εμένα για να μοιραστεί τις σκέψεις, τις επιθυμίες και το σώμα του. Βρισκόμασταν λίγο λόγω της απόστασης που μας χώριζε, αλλά για μένα έστω και αυτό το λίγο ήταν η πηγή που μου έδινε δύναμη για όλα. Με όλα αυτά που έκανε για μένα σιγουρευόμουν όλο και περισσότερο ότι ήταν κι αυτός ερωτευμένος μαζί μου, ίσως όχι στην δική μου έκταση, άλλωστε εγώ είχα χάσει τον έλεγχο πια, αλλά  ευτυχισμένος και γεμάτος.

Ο καιρός μαζί του πέρασε σαν το γάργαρο νεράκι που είναι κρύσταλλο και καθάριο, που πριν προλάβεις να το πιείς γλυστρά και φεύγει από τα χέρια σου, αφήνοντας όμως την φρεσκάδα και τη δροσιά του πίσω του, στις βρεγμένες σου παλάμες. Ήρθε το καλοκαίρι, όλα είχαν πάει κατ’ευχήν, εγώ είχα περάσει εκεί που φιλοδοξούσα, μακριά του (άλλωστε τα σχέιδια μου ήταν στρωμένα και προσανατολισμένα πριν φανεί εκείνος στον ορίζοντά μου)  κι εκείνος ήταν εκεί για να με στηρίξει και να χαρεί με τη χαρά μου. Ένας σύντομος  χωρισμός κάπου στα μισά της σχέσης μας, που τον επέλεξα εγώ γιατί αν και ερωτευμένη μέχρι τα μπούνια είχα καταφέρει να κρατήσω τον ελάχιστο και απαραίτητο εγωισμό, με έκανε να κλαίω και να καίγομαι για βδομάδες, σκεπτόμενη πως ό,τι αγαπούσα πιο πολύ με πλήγωνε με τόσο άκαρδο τρόπο και σίγουρη πως κάτι τέτοιο δεν μου αξίζει, αποφάσισα να αφοσιωθώ στην εργασιοθεραπεία μου και να τον ξεχάσω.

Αυτό βέβαια δεν ήταν εύκολο, άλλωστε ο πόνος μου – ακούγεται χαζό αλλά έτσι ήταν – ήταν αβάσταχτος.  Δεν ήταν η πρώτη μου σχέση, ήταν όμως ο πρώτος μεγάλος και ανυπέρβλητος έρωτας. Και όταν ερωτεύεσαι μικρός βαθειά κ αληθινά και καταφέρεις και αγαπήσεις και βρεθείς στον μακρινό αστερισμό του πάθους, τότε αργότερα συγκρίνεις ασυναίσθητα τα πάντα με εκείνον.

Μέσα σε λίγες εβδομάδες βέβαια τα είχαμε ξαναβρεί, ήμουν βέβαια βαθύτατα επιφυλακτική και μετρημένη, η αγάπη όμως που πια είχα για κείνον δεν συγκρινόταν με καμία επιφυλακή για κανέναν κίνδυνο. Αφού οι στόχοι μου είχαν επιτευχθεί, ήμουν πια ακροβάτης σ’ένα σχοινί. Ή θα άφηνα μια μοναδική ευκαιρία για εξαίσιες σπουδές στο εξωτερικό ή θα παρέμενα αποτυχημένη δίπλα του, προσπαθώντας την επόμενη χρονιά για έναν επαγγελματικό προσανατολισμό κοντά του.

Η φύση μου, εκρηκτική και απαιτητική πρώτα απ’όλα από μένα, επέβαλε να φύγω μακριά από εκείνο το καταστρεπτικό πάθος. Είχα ακούσει ιστορίες και ιστορίες για μεγάλα πάθη που κατέστρεφαν εκολλαπτόμενες καριέρες και αυτό δεν θα μπορούσα να μου το επιτρέψω για κανένα λόγο, ούτε καν για τον μεγαλύτερο έρωτα που γέννησε ποτέ η καρδιά μου. Ταυτόχρονα σκεπτόμουν τον δεύτερο στη σειρά χωρισμό και η ύπαρξη μου έσπαγε σε εκατομμύρια πονεμένα κομμάτια, θρυμματίζοντας κάθε ζωντανό μου απομεινάρι.

Και έφυγα. Μακριά χιλιάδες χιλιόμετρα, φορτωμένη με ξέχειλες από τα όνειρα αποσκευές, ένα πάθος απάνθρωπα παρατημένο και έναν  βαθύτατο πόνο, έφυγα. Βρήκα άμεσα ευκαιρία και ξαναπήγα στην Ελλάδα να τον δω. Τον βρήκα, εν μέσω της παλιοπαρές, με μια κοπέλα αγκαλιά σε μια καφετέρια στο κέντρο της ΑΘήνας, είχαν δεν είχαν περάσει 2 μήνες. Βλέποντάς τον αναστήθηκα από τον συναισθηματικό θάνατο, βλέποντας την στα χέρια του πέθανα πιο πολύ από κάθε άλλη φορά. Ήξερα ότι δεν ήταν πια δικός μου, ίσως και να μην ήταν ποτέ, μα η επιβεβαίωση πως για κείνον δεν ήμουν παρά ένας τρόπος να περνάει τον χρόνο του ήταν η βαθύτερη μαχαιριά που έχω δεχτεί ποτέ από άνθρωπο.

Αλαφιασμένη από το θέαμα, προφασίστηκα ξαφνική δουλειά και έφυγα από την καφετέρια και τη χώρα. Μόλις επέστρεψα στη βάση κόντεψα να τρελαθώ στην κυριολεξία. Άντεξα όμως, και σιγά σιγά το ξεπέρασα, έκανα άλλες σχέσεις, γνώρισα άλλους ανθρώπους, ερωτευτηκα άλλη μια φορά, σε πολύ μικρότερο βαθμό βέβαια, αλλα τα κατάφερα. Ασυναίσθητα σύγκρινα τους πάντες με εκείνον. Εκείνον που κατέκτησε χωρίς καθόλου προσπάθεια το είναι μου ολόκληρο.Eύχομαι να ήξερε τι μεγάλη αγάπη τρέφω ακόμα για το πρόσωπό του, εύχομαι αυτό το κείμενο να μπορούσα να του το στείλω, να το δει, να διαβάσει πόσο πολύ τον αγάπησα…Και να μπορούσα να ήξερα τι ένιωθε τότε κι αυτός για μένα.

Για κείνον

Που τόσο πολύ αγάπησα